λαιμαργία


λαιμαργία
[лэмаргиа] ουσ. Θ. обжорство, прожоливость.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λαιμαργία" в других словарях:

  • λαιμαργία — λαιμαργίᾱ , λαιμαργία gluttony fem nom/voc/acc dual λαιμαργίᾱ , λαιμαργία gluttony fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαιμαργίᾳ — λαιμαργίαι , λαιμαργία gluttony fem nom/voc pl λαιμαργίᾱͅ , λαιμαργία gluttony fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαιμαργία — η (AM λαιμαργία) [λαίμαργος] το να τρώγει κάποιος με απληστία, αχόρταγα, η αδηφαγία («ὑπὸ ἀφροσύνης τε καὶ λαιμαργίας οὐ πάντα ἱκανῶς ἀνασκεψάμενον ἑλέσθαι», Πλάτ.) νεοελλ. το να τρώγει κάποιος μεγάλη ποσότητα φαγητού γρήγορα και με έκδηλη… …   Dictionary of Greek

  • λαιμαργία — η άπληστη κατανάλωση φαγητού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λαιμαργίας — λαιμαργίᾱς , λαιμαργία gluttony fem acc pl λαιμαργίᾱς , λαιμαργία gluttony fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαιμαργίαι — λαιμαργία gluttony fem nom/voc pl λαιμαργίᾱͅ , λαιμαργία gluttony fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαιμαργίαν — λαιμαργίᾱν , λαιμαργία gluttony fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαιμαργιῶν — λαιμαργία gluttony fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λαιμαργίαις — λαιμαργία gluttony fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Обжорство — Фрагмент «Семь смертных грехов» И. Босха …   Википедия